Ενδείξεις μικρής αποκλιμάκωσης παρουσιάζει το φαινόμενο των ρευματοκλοπών στην Ελλάδα, που εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σοβαρότερες εστίες οικονομικής επιβάρυνσης για τους συνεπείς καταναλωτές, τους παρόχους ρεύματος και συνολικά για το ηλεκτρικό σύστημα.
Αν και τα στατιστικά δείχνουν μικρά σημάδια βελτίωσης, το συνολικό κόστος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό, αγγίζοντας τα 450 εκατ. ευρώ ετησίως, επιβαρύνοντας όσους πληρώνουν στην ώρα τους με ένα μέσο ποσό 50 ευρώ το χρόνο ανά λογαριασμό, ενώ την ίδια στιγμή τα κυκλώματα γίνονται όλο και πιο εφευρετικά και δημιουργικά.
Τέτοια είναι η πρόσφατη περίπτωση επιτήδειων που έφτασαν στο σημείο να κλέβουν ρεύμα με τα στοιχεία... άλλων, δηλαδή να πλαστογραφούν υπογραφές ανυποψίαστων καταναλωτών, εμφανίζοντάς τους ότι έχουν υπογράψει συμβάσεις με προμηθευτές, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να καλούνται να πληρώσουν λογαριασμούς από παροχές που δεν τους ανήκουν σε σπίτια και περιοχές που δεν κατοίκησαν ποτέ.
Τα στοιχεία για την πορεία του φαινομένου διαχρονικά, για την αύξηση των ελέγχων και τις επόμενες παρεμβάσεις που εξετάζονται προκειμένου να αυστηροποιηθεί περαιτέρω το θεσμικό πλαίσιο, παρουσιάστηκαν την Παρασκευή σε ενημέρωση δημοσιογράφων από τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του ΔΕΔΔΗΕ Τάσο Μάνο.
Η βασική διαπίστωση είναι ότι οι μη τεχνικές απώλειες του δικτύου, δηλαδή οι ρευματοκλοπές, καταγράφουν μια ελαφρά υποχώρηση, επιστρέφοντας σταδιακά στα επίπεδα που ίσχυαν πριν από την ενεργειακή κρίση του 2022. Προτού δηλαδή η εκτίναξη των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας να ενισχύσει τα κίνητρα για παράνομες παρεμβάσεις στα ρολόγια, οδηγώντας σε έξαρση του φαινομένου.
Τα στοιχεία μπορεί να εμπνέουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία, λόγω των περίπου 50.000 ελέγχων που πραγματοποιεί πλέον κάθε χρόνο ο ΔΕΔΔΗΕ, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ρευματοκλοπή αποτελεί πλέον ποινικό αδίκημα που επισείρει ακόμη και τη ποινή της φυλάκισης, ωστόσο, τα επίπεδα παραβατικότητας παραμένουν ακόμη πολύ υψηλά.
Αν δει κάνεις τη μεγάλη εικόνα σε βάθος χρόνου, προκύπτει ότι οι συνολικές απώλειες στο δίκτυο (τεχνικές και μη) ως ποσοστό επί της συνολικής εισερχόμενης ενέργειας:
- Από το 6,5% που ήταν κατά τη διετία 2012-2013 αυξήθηκαν στο 9,3% το 2017 και στο 10% το 2021, λόγω και των λιγότερων ελέγχων που έκαναν τότε τα συνεργεία του ΔΕΔΔΗΕ εξαιτίας της πανδημίας.
- Έφτασαν στο 11,2%-11,4%, δηλαδή στο αποκορύφωμα, κατά τη περίοδο 2022-2023, όταν εν μέσω ενεργειακής κρίσης, οι τιμές ρεύματος εκτινάχτηκαν, άρα αυξήθηκε ανάλογα και το κίνητρο για να κλέψει κανείς ρεύμα.
- Η σταδιακή υποχώρηση ξεκίνησε από το 2024 και μετά, με τις απώλειες ισχύος να διαμορφωθούν στο 10,8%, ενώ για το 2025 εκτιμώνται στο 10,4%.
- Για το 2026 ο στόχος τοποθετείται στο 10%, χωρίς να αποκλείεται η καθοδική τάση να συνεχιστεί.
Αντίστοιχη εικόνα παρουσιάζουν και αυτές καθ’ εαυτές οι ρευματοκλοπές. Από ποσοστό 1,1% την περίοδο 2012-2013, οι μη τεχνικές απώλειες ανήλθαν στο 4,9% το 2021 και κορυφώθηκαν στο 5,6% το 2023. Στη συνέχεια υποχώρησαν στο 5,1% το 2024, με τις εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για περαιτέρω αποκλιμάκωση φέτος, ίσως και κάτω του 5%.

