Κοινή σύσκεψη φορέων πραγματοποιήθηκε στο Εργατικό Κέντρο Νομού Κοζάνης, με πρωτοβουλία των Εργατικών Κέντρων Κοζάνης και Εορδαίας, το απόγευμα της Τετάρτης 13 Μάϊου, στον χώρο του Εργατικου Κέντρου Κοζάνης, όπου τέθηκε στο επίκεντρο το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας, υπό το βάρος των ραγδαίων εξελίξεων στον ενεργειακό τομέα και της απολιγνιτοποίησης. Στόχος της σύσκεψης είναι η κοινή στάση φορέων απέναντι στις εξελίξεις που, όπως τονίζεται, οδηγούν σε απώλεια θέσεων εργασίας και σε έλλειψη νέων επενδύσεων στην περιοχή.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Νομού Κοζάνης, Ελευθέριος Αδάμ, σημείωσε ότι η σύσκεψη αποσκοπεί στη στήριξη της περιοχής, λόγω απώλειας θέσεων εργασίας και έλλειψης επενδύσεων, ενώ έκανε λόγο για επιστολή προς τον Πρωθυπουργό και πιθανές κινητοποιήσεις, μεταξύ των οποίων τρίωρη στάση εργασίας, την Παρασκευή 15 Μάϊου, με στόχο την ανάδειξη των προβλημάτων.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Εορδαίας, Θεόδωρος Κακουλίδης, ανέφερε ότι η ΔΕΗ δεν αναμένεται να αλλάξει τον σχεδιασμό της και ότι η ευθύνη για αποφάσεις ανήκει στην κυβέρνηση. Τόνισε την ανάγκη να δοθεί παράταση δύο έως τριών ετών στη λειτουργία των μονάδων, ώστε να υπάρξει χρόνος προσαρμογής και σχεδιασμού για την επόμενη ημέρα.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Φλώρινας, Κωνσταντίνος Σιάκος, ανέφερε ότι η περιοχή έχει μετατραπεί σε «αποθήκη φωτοβολταϊκών», τονίζοντας πως απαιτείται άμεσα σχέδιο αξιοποίησης των πρώην λιγνιτικών μονάδων και προσέλκυσης βιομηχανικών επενδύσεων, χωρίς «παρωπίδες». Υπογράμμισε ότι η απολιγνιτοποίηση ισοδυναμεί με αποβιομηχάνιση, καθώς –όπως είπε– τα εισοδήματα από τουρισμό, μικρομεσαίες επιχειρήσεις και πρωτογενή τομέα δεν μπορούν να καλύψουν την απώλεια του παραγωγικού ΑΕΠ της περιοχής, ενώ σημείωσε ότι παρά τις πιέσεις που έχουν ασκηθεί σε ΔΕΗ και κυβέρνηση δεν υπήρξαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Παράλληλα, έκανε λόγο για εγκαταλελειμμένες υποδομές, όπως ο ΑΗΣ Μελίτης, που «σκουριάζει», ζητώντας ρεαλιστικό σχέδιο αξιοποίησης και προσέλκυσης βιομηχανιών.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Καστοριάς, Θανάσης Παπανδρέου, ανέφερε ότι η περιοχή, που κάποτε αποτελούσε κέντρο απασχόλησης στον κλάδο της γούνας, σήμερα παρουσιάζει έντονη δημογραφική και παραγωγική αποδυνάμωση, με τις δημιουργικές ηλικίες να φεύγουν για εργασία σε άλλες περιοχές και τη σεζόν. Τόνισε την ανάγκη για έμπρακτη αλληλεγγύη στον αγώνα των εργαζομένων, ασκώντας παράλληλα κριτική στον κυβερνητικό σχεδιασμό για τη Δυτική Μακεδονία, τον οποίο χαρακτήρισε ανεπαρκή ως προς το αναπτυξιακό του αποτύπωμα.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν μπορεί να επιτευχθεί με αποσπασματικές αποφάσεις ή εξαγγελίες, αλλά απαιτεί ουσιαστική διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες προτάσεις. Όπως σημείωσε, η ευθύνη πλέον βαραίνει και τους τοπικούς θεσμικούς εκπροσώπους, οι οποίοι –όπως είπε– πρέπει να λογοδοτήσουν για τις εξελίξεις και να διεκδικήσουν ενεργά λύσεις για την περιοχή.
Ο πρόεδρος του «Σπάρτακου», Ιωάννης Φασίδης, υπογράμμισε την ανάγκη ενότητας όλων των δυνάμεων της περιοχής, τονίζοντας ότι οι εργαζόμενοι διεκδικούν «το αυτονόητο» για τη στήριξη της Δυτικής Μακεδονίας. Αναφέρθηκε σε κοινό μέτωπο φορέων, βουλευτών και αυτοδιοίκησης, με στόχο την παρέμβαση στο Υπουργείο Ενέργειας και τη διεκδίκηση παράτασης λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν χωρούν κομπάρσοι» στη διαδικασία.
Ο πρόεδρος του ΣΕΕΕΝ, Ιωάννης Μωησιάδης, χαρακτήρισε το κλείσιμο του σταθμού Αγίου Δημητρίου αποτέλεσμα διαχρονικών πολιτικών επιλογών, συνδεδεμένων με την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, και ανακοίνωσε τρίωρη στάση εργασίας την Παρασκευή, καλώντας σε μαζική συμμετοχή εργαζομένων και φορέων.
Παρέμβαση με έντονο πολιτικό και τεχνοκρατικό περιεχόμενο έκανε ο πρόεδρος του ΓΕΩΤΕΕ, Θοδωρής Σιόγκας, στη σύσκεψη φορέων για την απολιγνιτοποίηση, θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη επανασχεδιασμού του παραγωγικού μοντέλου της Δυτικής Μακεδονίας. Όπως τόνισε, το ΓΕΩΤΕΕ υπήρξε από τους λίγους φορείς που αντιμετώπισαν τη μετάβαση ως πιθανή ευκαιρία για την περιοχή, καταθέτοντας από νωρίς προτάσεις, μελέτες και θέσεις, μέσα από διαβούλευση με θεσμικούς και επιστημονικούς φορείς, χωρίς ωστόσο –όπως σημείωσε– να υπάρξει ουσιαστική αξιοποίηση τους.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το υφιστάμενο πλαίσιο της Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, προϋπολογισμού περίπου 1,7 δισ. ευρώ (εκ των οποίων 1,1 δισ. για τη Δυτική Μακεδονία), δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, επισημαίνοντας ότι βασικό μέρος των πόρων κατευθύνεται σε προγράμματα κατάρτισης ύψους περίπου 500 εκατ. ευρώ, τα οποία –όπως ανέφερε– αφορούν αντικείμενα που δεν συνδέονται με την τοπική παραγωγική πραγματικότητα. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε 300 εκατ. ευρώ για ενίσχυση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χωρίς όμως σαφές αναπτυξιακό αποτύπωμα και χωρίς εγγυημένη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας.
Ο κ. Σιόγκας στάθηκε ιδιαίτερα στην απουσία πραγματικών επενδύσεων, σημειώνοντας ότι έργα και σχεδιασμοί που είχαν παρουσιαστεί τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν προχώρησαν είτε δεν συνοδεύτηκαν από συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και δεσμεύσεις για θέσεις εργασίας. Ενδεικτικά ανέφερε ότι η λογική της μετάβασης δεν συνοδεύεται από σαφές παραγωγικό μοντέλο, ενώ υπογράμμισε πως η ίδρυση της διαχειριστικής δομής του προγράμματος στην Αθήνα, αντί για τη Δυτική Μακεδονία, στερεί –όπως είπε– από την περιοχή ακόμη και 20 έως 30 υψηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Την ίδια στιγμή, επεσήμανε ότι η περιοχή καταγράφει μετρήσιμη επιδείνωση σε όλους τους βασικούς δείκτες: μείωση πληθυσμού, αποδυνάμωση του εργατικού δυναμικού, υψηλή ανεργία και σημαντική υποχώρηση της προστιθέμενης αξίας, στοιχεία που –όπως σημείωσε– συνθέτουν μια εικόνα έντονης οικονομικής και κοινωνικής πίεσης. Με βάση τα δεδομένα που παρουσίασε, η απόκλιση της περιφέρειας από τον εθνικό μέσο όρο διευρύνεται, γεγονός που ενισχύει, όπως είπε, την ανάγκη για άμεση επαναξιολόγηση της στρατηγικής της μετάβασης και για ένα νέο, ρεαλιστικό παραγωγικό σχέδιο με πραγματικές επενδύσεις και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Οι τοποθετήσεις όλων των φορέων συγκλίνουν στην ανάγκη άμεσου επανασχεδιασμού της μεταβατικής πολιτικής στη Δυτική Μακεδονία, με έμφαση στη δημιουργία πραγματικών και βιώσιμων θέσεων εργασίας, ενόψει της συνεχιζόμενης απολιγνιτοποίησης και των επιπτώσεών της στην τοπική κοινωνία και οικονομία.