
Τις ευκαιρίες που υπάρχουν στο πολλά υποσχόμενο πεδίο της συνεργασίας με αμερικανικούς ομίλους βλέπει η ΔΕΗ που «παίζει» πλέον το στοίχημα σύζευξης του κόσμου της ενέργειας με εκείνου της ψηφιακής τεχνολογίας, στέλνοντας από την Αθήνα σαφή μηνύματα στο υπερατλαντικό ακροατήριο.
Σε μια δύσκολη συγκυρία για τις ευρύτερες διατλαντικές σχέσεις, όπου τον τόνο δίνουν οι ανακοινώσεις Τραμπ για επιβολή δασμών και το «κόκκινο» στα χρηματιστήρια, ο ελληνικός όμιλος βλέπει με αιχμή τα μικρά και μεγάλα data centers που δρομολογεί, ένα νέο πεδίο δυνητικής συνεργασίας και σημαντικές ευκαιρίες, ικανές να προσελκύσουν στην Ελλάδα μεγάλους hyperscalers από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Στη κατεύθυνση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το μήνυμα που έστειλε χθες σε ένα κοινό από κορυφαία αμερικανικά think tanks ο Διευθύνων Σύμβουλος της ΔΕΗ, Γιώργος Στάσσης, παρουσιάζοντας το νέο story της επιχείρησης, αυτή τη φορά όχι στους αναλυτές, όπως τη περασμένη εβδομάδα, αλλά σε στελέχη που έχουν πρόσβαση στα μεγαλύτερα κέντρα αποφάσεων.
Ακτινογραφώντας το νέο κεφάλαιο στη πορεία μετασχηματισμού της επιχείρησης, ο μάνατζερ του ελληνικού ομίλου είχε την ευκαιρία να ζυγίσει αντιδράσεις σε μια ημερίδα που έδωσαν το παρών στελέχη από πολύ σημαντικές δεξαμενές σκέψεις, και την οποία συνδιοργάνωσαν δύο κορυφαία αμερικανικά think tanks. Το German Marshall Fund (GMF) και το Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (GSI),
Το μοντέλο συνεργασίας και τι βλέπουν οι Αμερικανοί
Κρίνοντας από τα όσα είπαν στελέχη οργανισμών που συμμετείχαν στην εκδήλωση, η νέα και πολύ πιο απαιτητική εποχή προυποθέτει ένα νέο win win μοντέλο διατλαντικής συνεργασίας, τομείς που ενδιαφέρον τον αμερικανικό παράγοντα και έμφαση σε επενδύσεις στη πρώτη γραμμή της τεχνολογικής προόδου, με κοινό παρονομαστή των τοποθετήσεων ότι τα στρατηγικά ανοίγματα της ΔΕΗ στην Αν.Ευρώπη, δεν περνούν απαρατήρητα από τους Αμερικανούς.
«Η ΔΕΗ είναι μια επιχείρηση που παράγει ενέργεια και κάνει επιχειρηματικές κινήσεις με οικονομικό νόημα, όχι βασισμένες σε πολιτικές αποφάσεις», ανέφερε ο James Carafano, Senior Counselor to the President and E.W. Richardson Fellow at The Heritage Foundation, χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του μετασχηματισμού του ελληνικού ομίλου για να δείξει πώς αποτελεί το αντίθετο εκείνου για το οποίο ασκεί κριτική ο Πρόεδρος Τραμπ. Μιας πράσινης δηλαδή μετάβασης που έχει αποτύχει, καθώς ήταν μια πολιτική απόφαση, συνοδεύεονταν από υπέρογκες δαπάνες και δεν εξασφάλισε την άφθονη και φθηνή ενέργεια που υπόσχονταν.
«Η πολιτική της Ουάσινγκτον, η επιθετική στάση της απέναντι στην Ευρώπη και η σκληρή κριτική που της ασκεί, δεν αναιρούν το τεράστιο βάθος της διατλαντικής οικονομικής εταιρικής σχέσης στην ενέργεια», ανέφερε από τη πλευρά του ο Max Bergmann, επικεφαλής για Ευρώπη, Ρωσία και Ευρασία στο αμερικανικό think tank Centre for Strategic and International Studies (CSIS), κάνοντας επίσης μνεία στο μετασχηματισμό του ελληνικού ομίλου.
Στη πράξη, αυτό που προέκυψε από το διάλογο επί ελληνικού εδάφους ανάμεσα σε υψηλόβαθμα στελέχη αμερικανικών think tanks για τη νέα φάση που μπορεί να προσλάβουν οι ενεργειακές σχέσεις Ευρώπης - ΗΠΑ ήταν ότι οι ευκαιρίες αφορούν τους ομίλους που έχουν ξεφύγει πλέον από τη λογική των παραδοσιακών utilities, που ποντάρουν στη τεχνολογία και που επιχειρούν πλέον να παίξουν δυνατά στο παιχνίδι της προσφοράς και ζήτησης ενέργειας για data centers.
Το μήνυμα στο υπερατλαντικό ακροατήριο
Αν και δεν κατονόμασε τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες που «σκανάρουν» την Ευρώπη με το βλέμμα στην αλματώδη ζήτηση για κέντρα δεδομένων με χρήση της τεχνητής νοημοσύνης (Microsoft, Google, Amazon), ο κ. Στάσσης αναφέρθηκε επισταμμένα σε αυτό το νέο στοίχημα της ΔΕΗ, με αιχμή τη κοιλάδα της Δ.Μακεδονίας
Αξιοποιώντας δηλαδή τη γεωγραφική θέση της χώρας στο σταυροδρόμι Ευρώπης - Ασίας και Αφρικής, τις μεγάλες εκτάσεις που διαθέτει, τη πρόσβαση σε δίκτυα και κυρίως τους μεγάλους όγκους φθηνής ενέργειας που μπορεί πλέον να παράγει, καλύπτοντας τις ανάγκες των μεγάλων χρηστών των κέντρων δεδομένων.
«Δεν είμαστε απλώς πάροχος ενέργειας. Κινούμαστε στη κατεύθυνση του utility του μέλλοντος, μιας καθαρής powertech company που θα παντρεύει την ενέργεια με τη ψηφιακή τεχνολογία. Το νέο μας mega data center στη Δ.Μακεδονία (300 MW, με δυνατότητα επέκτασης στο 1GW) είναι ένα τολμηρό βήμα σε αυτή τη κατεύθυνση», ανέφερε ο επικεφαλής της ΔΕΗ. Το giga project, που μπορεί και να ξεπεράσει τα 5 δισ ευρώ, θα παρουσιαστεί μεθαύριο Πέμπτη στη Κοζάνη, παρουσία του Πρωθυπουργού.
Ξεκίνησε η κατασκευή του data center με Damac
Σαν πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή ερμηνεύεται η έναρξη των εργασιών κατασκευής του πρώτου data center ισχύος 12,5 ΜW στα Σπάτα, του έργου που κατασκευάζουν από κοινού η εμιρατινή Damac και η ΔΕΗ, με ποσοστά 55% και 45% αντίστοιχα.
Μέσω αυτού και της κοινής εταιρείας «Data in Scale», η επιχείρηση μπαίνει στην ανάπτυξη και πώληση λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης σε πελάτες με μεγάλες ανάγκες δεδομένων, βάζοντας στο κάδρο επιχειρήσεις από τους τομείς της υγείας και της ενέργειας, μέχρι τράπεζες και τον χώρο της εκπαίδευσης. Σε επίπεδο χρονοδιαγράμματος αναμένεται να μπει στη πρίζα αρχές του 2028 και να αποτελέσει ένα προπομπό του νέου μεγάλου πλάνου για το mega data center στη Δυτική Μακεδονία.
Απότερος στόχος να δημιουργήσει ένα από τα μεγαλύτερα οικοσυστήματα data centers στη ΝΑ Ευρώπη, απευθυνόμενο σε νοσοκομεία, τράπεζες, πανεπιστήμια, ενεργειακούς ομίλους και στον χώρο των μεταφορών, από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
Είναι τομείς που παράγουν ασύλληπτα μεγάλους όγκους δεδομένων, των οποίων η επεξεργασία απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ και μεγάλα data centers, μέσω των οποίων θα αναπτύσσει και θα πουλά software στους πελάτες της η άλλη θυγατρική της ΔΕΗ στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης, η Olympus AI.
Τα ανοίγματα των προηγούμενων ετών
Το αμερικανικό βλέμμα δεν στρέφεται για πρώτη φορά στη ΔΕΗ. Τέτοια εποχή πέρυσι, σε συνάντηση που είχε ο κ. Στάσσης στην Ουάσινγκτον με τον τότε υφυπουργό Ενέργειας των ΗΠΑ και πρώην πρέσβη στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ, το βάρος είχε πέσει στον ευρύτερο ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο ελληνικός όμιλος στα Δ. Βαλκάνια, καθώς και συνολικά στη ΝΑ Μεσόγειο.
Στην κατεύθυνση δηλαδή ενός πιο ενεργού ρόλου για τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των μεγάλων ενεργειακών λεωφόρων της Αν. Ευρώπης και τη λεγόμενη «Πρωτοβουλία των Τριών Θαλασσών».
Τότε το επίκεντρο βρίσκονταν στη θωράκιση απέναντι στην απειλή της Ρωσίας και τη μείωση της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.
Σήμερα το βάρος, όσον αφορά τις στενότερες επαφές με την υπερατλαντική πλευρά φαίνεται ότι μετατοπίζεται σε ένα τομέα που «καίει» τις αμερικανικές εταιρείες. Την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων, που θα διασφαλίζουν ότι οι εταιρείες τεχνολογίας των ΗΠΑ θα επιταχύνουν τον ευρωπαϊκό τους ταξίδι στη τεχνητή νοημοσύνη, με ό,τι φυσικά συνεπάγονται τέτοιες επενδύσεις (Δ.Μακεδονία) και για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.