www.energymag.gr - ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Στο επίκεντρο των διατλαντικών ενεργειακών εξελίξεων βρίσκεται από σήμερα η Ουάσιγκτον, όπου διεξάγεται το Transatlantic Gas Security Summit στο United States Institute of Peace. Στο ίδιο τραπέζι κάθονται κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ρυθμιστικές αρχές, διαχειριστές συστημάτων και κορυφαίοι παραγωγοί LNG, με σαφή στόχο την ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης μέσω αμερικανικού φυσικού αερίου και την επιτάχυνση του Κάθετου Διαδρόμου.
Η συγκυρία θεωρείται κρίσιμη, καθώς με ορίζοντα το 2027 και τη σταδιακή απεξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό αέριο, το αμερικανικό LNG διεκδικεί μόνιμη και ενισχυμένη παρουσία στην ευρωπαϊκή αγορά. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κάθετος Διάδρομος, που συνδέει τη ΝΑ Ευρώπη με την Κεντρική και Ανατολική, καλείται να μετατραπεί από εξαγγελία σε λειτουργικό εμπορικό εργαλείο.
Ελληνική παρουσία με διπλό στόχο
Από ελληνικής πλευράς, στην Ουάσιγκτον βρίσκεται ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Στ. Παπασταύρου, συνοδευόμενος από επικεφαλής μεγάλων ενεργειακών ομίλων, μεταξύ των οποίων οι ΑΚΤΩΡ, ΔΕΣΦΑ, και ΔΕΗ.
Η ελληνική αποστολή επιδιώκει να ενισχύσει τη ροή αμερικανικού LNG προς τις ελληνικές υποδομές (Ρεβυθούσα και Αλεξανδρούπολη) και να διασφαλίσει ότι ο Κάθετος Διάδρομος θα αποκτήσει σταθερά, ετήσια προϊόντα δυναμικότητας και μακροχρόνια συμβόλαια ενόψει του χειμώνα 2026–2027.
Στις εργασίες συμμετέχει και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την επικεφαλής της DG Energy Ditte Juul Jørgensen, στοιχείο που υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις δεν είναι μόνο εμπορικές, αλλά και ρυθμιστικές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρουσία του διευθύνοντος συμβούλου της AKTOR και της ATLANTIC SEE, Αλ. Εξάρχου, ο οποίος το τελευταίο διάστημα έχει πραγματοποιήσει σειρά επαφών στις ΗΠΑ, διεκδικώντας ενισχυμένο ρόλο στις εισαγωγές αμερικανικού LNG. Σύμφωνα με πληροφορίες, δεν αποκλείονται ανακοινώσεις νέων συμφωνιών από την Ουάσιγκτον σήμερα.
Η αμερικανική στρατηγική: Ενέργεια και γεωπολιτική
Το στίγμα της αμερικανικής πλευράς δίνουν οι υπουργοί Νταγκ Μπέργκαμ και Κρις Ράιτ, οι οποίοι συνδέουν ευθέως την ενεργειακή πολιτική με την εθνική ασφάλεια και την οικονομική ανταγωνιστικότητα.
Στη Σύνοδο συμμετέχουν μεγάλοι εξαγωγείς LNG, όπως η Cheniere Energy και η Venture Global LNG, ενώ η U.S. International Development Finance Corporation εξετάζει χρηματοδοτικά εργαλεία για έργα υποδομών.
Η Ουάσιγκτον επιδιώκει πολυετείς δεσμεύσεις 10–20 ετών, ώστε να υπάρξει σταθερότητα τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους ευρωπαίους εισαγωγείς. Η συζήτηση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις ροές φυσικού αερίου, καθώς επεκτείνεται και στη διασύνδεση ενέργειας – τεχνητής νοημοσύνης, καθώς η ανάπτυξη data centers απαιτεί φθηνή και άφθονη ηλεκτρική ενέργεια.
Στο πλαίσιο αυτό, πηγές αναφέρουν ότι η παρουσία του επικεφαλής της ΔΕΗ, Γιώργου Στάσση, συνδέεται με συζητήσεις γύρω από επενδύσεις σε data centers, καθώς η αμερικανική στρατηγική συνδέει άμεσα την ενεργειακή επάρκεια με την τεχνητή νοημοσύνη και τον ψηφιακό ανταγωνισμό.
Η ξεχωριστή υπουργική συνάντηση των χωρών του Κάθετου Διαδρόμου αναμένεται να εστιάσει στα πρακτικά βήματα που απαιτούνται για την πλήρη ενεργοποίησή του. Ρυθμιστικές αποκλίσεις, διαφορετικές μεθοδολογίες τιμολόγησης και η απουσία μακροχρόνιων συμβολαίων παραμένουν βασικά εμπόδια.
Οι ΗΠΑ εμφανίζονται διατεθειμένες να συντονίσουν τις απαραίτητες κινήσεις ώστε ο Διάδρομος να διαθέτει ετήσια προϊόντα και εμπορική προβλεψιμότητα ήδη από την περίοδο 2026–2027. Για την Ελλάδα, η επιτυχία του εγχειρήματος σημαίνει ενίσχυση του ρόλου της ως πύλης εισόδου LNG και κόμβου διανομής προς τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη.
Επέκταση συνεργασιών πέρα από την ενέργεια
Στο περιθώριο των ενεργειακών επαφών, αναμένονται εξελίξεις και στον ναυπηγικό τομέα, με συμφωνίες που θα ενισχύσουν τη βιομηχανική συνεργασία Ελλάδας–ΗΠΑ και θα συνδέσουν τις ενεργειακές ροές με τη ναυτιλιακή τεχνογνωσία.
Η Σύνοδος πραγματοποιείται σε περίοδο όπου η Ευρώπη επιταχύνει την απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, ενώ παράλληλα επιμένει στους στόχους απανθρακοποίησης. Την ίδια στιγμή, η αμερικανική πλευρά δίνει έμφαση στην ενεργειακή επάρκεια και στο χαμηλό κόστος ως βασικό παράγοντα γεωοικονομικής ισχύος.