Γράφει ο Τάσος Πολτίδης
Από την αποτροπή της «Μικρής ΔΕΗ» και τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ και των δικτύων, στο πάρτι των μετόχων και των golden boys με θύμα την ελληνική κοινωνία
Η σημερινή θλιβερή εικόνα της ανατίναξης των υποδομών της άλλοτε Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού από τους σημερινούς σφετεριστές της ανασύρει μνήμες από την περίοδο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και τους αγώνες που δώσαμε απέναντι σε «θεούς και δαίμονες» για τη διατήρηση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα της, την περίοδο 2015-2019.
Θυμάμαι, ως Γραμματέας τότε της Ν.Ε. ΣΥΡΙΖΑ ΠΕ Κοζάνης, τις αμέτρητες επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα στην περιοχή, αλλά και κυβερνητικών κλιμακίων. Θυμάμαι, επίσης, τις εικόνες απερίγραπτης γελοιότητας, με εκπροσώπους συνδικάτων να πετούν κομμάτια κάρβουνου έξω από τις αίθουσες όπου κυβερνητικά στελέχη διαβουλεύονταν με φορείς και πολίτες για τη διάσωση του δημόσιου και κοινωνικού χαρακτήρα της επιχείρησης.
Θυμάμαι ακόμη πολιτικούς από τον χώρο της τότε αντιπολίτευσης, οι οποίοι σήμερα εμφανίζονται ως υπέρμαχοι της δημόσιας ΔΕΗ, να υπερασπίζονται το σχέδιο της «Μικρής ΔΕΗ» και να δηλώνουν το περίφημο «μικρή ΔΕΗ θα λέτε και θα κλαίτε». Θυμάμαι επίσης άλλους να υπολογίζουν με κομπιουτεράκια την αξία των περιουσιακών στοιχείων του ΑΔΜΗΕ, υπερασπιζόμενοι τα σχέδια των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων για την εκποίηση της ΔΕΗ και των δικτύων, επιχειρώντας να ολοκληρώσουν ακόμη ένα από τα μεγάλα εγκλήματα εκείνης της περιόδου.
Αξίζει, λοιπόν, να θυμηθούμε τι πετύχαμε ως κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για τη διατήρηση της Δημόσιας ΔΕΗ, απέναντι στις πιέσεις εγχώριων και ξένων συμφερόντων.
Οι βασικές παρεμβάσεις της περιόδου 2015-2019
• Ακύρωση του σχεδίου της «Μικρής ΔΕΗ»
Αποτράπηκε η άμεση πώληση του 30% των παραγωγικών μονάδων και του πελατολογίου της επιχείρησης σε ιδιώτες.
• Διασφάλιση του δημόσιου ελέγχου του ΑΔΜΗΕ
Με τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό διατηρήθηκε το 51% του Διαχειριστή Μεταφοράς υπό κρατικό έλεγχο.
• Μείωση του καθαρού χρέους της ΔΕΗ
Ο καθαρός δανεισμός της επιχείρησης περιορίστηκε κατά 1,3 δισ. ευρώ, από περίπου 5 δισ. σε 3,6 δισ. ευρώ.
• Κοινωνική τιμολογιακή πολιτική
Διατηρήθηκαν σταθερά τα βασικά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας για πέντε χρόνια, ενώ επανασχεδιάστηκε το Κοινωνικό Οικιακό Τιμολόγιο (ΚΟΤ) προς όφελος των ευάλωτων νοικοκυριών.
• Περιβαλλοντικό Οικιακό Τιμολόγιο
Θεσπίστηκε ειδικό μειωμένο τιμολόγιο με έκπτωση έως και 30% για τα νοικοκυριά της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης, ως αντιστάθμισμα της πολυετούς περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
• Ενεργειακές Κοινότητες
Με τον νόμο 4513/2018, που βασίστηκε στις αρχές της κοινωνικής οικονομίας του ν. 4430/2016, δημιουργήθηκε ένα πρωτοποριακό θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε σε πολίτες, δήμους και τοπικούς φορείς να συμμετέχουν στην παραγωγή καθαρής ενέργειας και στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας.
• Εθνικό Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης
Το 2018 ο ΣΥΡΙΖΑ δημιούργησε το πρώτο εγχώριο ταμείο στήριξης των λιγνιτικών περιοχών, χρηματοδοτούμενο από τα έσοδα των δημοπρασιών δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων, με στόχο τη σταδιακή και κοινωνικά δίκαιη απολιγνιτοποίηση.
Από τη Δίκαιη Μετάβαση στο σχέδιο της «Άδικης Μετάβασης»
Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί μέσω του ΣΔΑΜ να εφαρμόσει ένα σχέδιο που μόνο ως «Άδικη Μετάβαση» μπορεί να χαρακτηριστεί. Αντί να στηρίζει την κοινωνική συνοχή και την παραγωγική ανασυγκρότηση, το σχέδιο για τη Δυτική Μακεδονία υλοποιείται ερήμην των τοπικών κοινωνιών.
Οι πολύτιμοι ευρωπαϊκοί και εθνικοί πόροι κατευθύνονται επιλεκτικά στις επιχειρηματικές επιλογές λίγων ισχυρών ομίλων, αφήνοντας την περιοχή αντιμέτωπη με τη δημογραφική συρρίκνωση, την ανεργία, την αποεπένδυση και μια βίαιη απολιγνιτοποίηση χωρίς σχέδιο και κοινωνικές εγγυήσεις.
Η ενεργειακή φτώχεια ως αποτέλεσμα των σημερινών πολιτικών
Σε πλήρη αντίθεση με την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, κατά την οποία δεν σημειώθηκε ούτε μία αύξηση στα βασικά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, σήμερα η ενεργειακή φτώχεια διαπερνά οριζόντια την ελληνική κοινωνία και την παραγωγική οικονομία.
Τα επίσημα στοιχεία της Eurostat είναι καταπέλτης: η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ενεργειακή φτώχεια, καθώς σχεδόν ένα στα πέντε νοικοκυριά αδυνατεί να καλύψει επαρκώς τις ανάγκες θέρμανσης, εξαιτίας των ανεξέλεγκτων αυξήσεων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Η ενεργειακή φτώχεια δεν μετριέται μόνο στα σπίτια που δεν μπορούν να ζεσταθούν. Μετριέται και στα καταστήματα που δυσκολεύονται να πληρώσουν τον λογαριασμό του ρεύματος, στις βιοτεχνίες που περιορίζουν την παραγωγή τους, στους αγρότες που βλέπουν το κόστος να εκτοξεύεται και στις τοπικές οικονομίες που χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους. Όταν η ενέργεια μετατρέπεται από δημόσιο αγαθό σε πεδίο υπερκερδών, το κόστος το πληρώνει ολόκληρη η κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, η ΔΕΗ, αντί να λειτουργεί ως δημόσιος πυλώνας σταθεροποίησης και ρυθμιστικός παράγοντας της αγοράς προς όφελος των καταναλωτών, πρωταγωνιστεί στη διαμόρφωση των αυξήσεων, σέρνοντας το χορό της κερδοφορίας των μεγάλων ενεργειακών ομίλων.
