Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

ΡΑΑΕΥ: Απέρριψε προσφυγή του ΔΕΔΔΗΕ κατά επιβολής προστίμου σε βάρος του, σε υπόθεση ρευματοκλοπής

 


Ειρήνη Καλογερή - energypress.gr

Απορριπτέο κρίθηκε από τη ΡΑΑΕΥ το αίτημα του ΔΕΔΔΗΕ για αναθεώρηση της απόφασης επιβολής προστίμου που είχε κατακυρωθεί προ μηνών σε βάρος του Διαχειριστή, για υπόθεση ρευματοκλοπής.

Στην εν λόγω υπόθεση, όπως είχε γράψει το energypress, ο Ρυθμιστής είχε επιβάλλει πρόστιμο ύψους 120.000 ευρώ στον ΔΕΔΔΗΕ, έπειτα από καταγγελία καταναλώτριας που αμφισβητούσε την κατακύρωση ρευματοκλοπής σε βάρος της. Έπειτα από εξέταση της υπόθεσης, η ΡΑΑΕΥ διαπίστωσε παραβιάσεις από πλευράς Διαχειριστή, επιβάλλοντας εν συνεχεία το προαναφερόμενο διοικητικό πρόστιμο.

Ειδικότερα, από πλευράς πελάτη είχαν επισημανθεί παραβάσεις όσον αφορά τη διαδικασία που προβλέπεται στο ρυθμιστικό πλαίσιο για τη διαπίστωση ρευματοκλοπής, ενώ ζητούνταν να διαγραφεί η «παντελώς αβάσιμη ποινή περί ρευματοκλοπής» και «να διενεργηθεί διορθωτική μέτρηση, βάσει της σταθερής ιστορικής κατανάλωσης της οικίας», κάνοντας μεταξύ άλλων λόγο για «συγκάλυψη τεχνικών και διαχειριστικών σφαλμάτων» από πλευράς Διαχειριστή.

Σε συνέχεια των παραπάνω, ο ΔΕΔΔΗΕ προχώρησε σε κατάθεση αίτησης αναθεώρησης της απόφασης της ΡΑΑΕΥ, κάνοντας λόγο για παραβίαση της προβλεπόμενης διαδικασίας προφορικής ακρόασης από την Αρχή, καθώς όπως αναφέρει κλήθηκε μόνο εγγράφως να υποβάλει απόψεις. Συγκεκριμένα, ο Διαχειριστής υποστηρίζει ότι δεν έλαβε από την ΡΑΑΕΥ την σχετική επιστολή καταγγελίας και ότι δεν εκλήθη να εκθέσει «απόψεις επί του συγκεκριμένου εγγράφου και επί του συγκεκριμένου ζητήματος της διαπίστωσης ρευματοκλοπής».

Ταυτόχρονα, ο ΔΕΔΔΗΕ διατείνεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα Διαχείρισης ΕΔΔΗΕ και του ειδικού κανονιστικού πλαισίου για τις ρευματοκλοπές. Όπως επισημαίνει, οι διαπιστώσεις της Αρχής αφορούν σε «επιμέρους τυπικού – διαδικαστικού χαρακτήρα παραβάσεις» και όχι σε διαπιστώσεις περί του αν τελέστηκε πράγματι η ρευματοκλοπή ή όχι.

Ακόμα, επικαλείται παραβίαση της μεθοδολογίας προσδιορισμού του ύψους των προστίμων που επιβάλλονται από τη ΡΑΑΕΥ, κάνοντας λόγο για πλημμελή εκτίμηση των παραγόντων που οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καταλογισμό, με αποτέλεσμα την επιβολή μη εύλογου ύψους προστίμου.

Από την πλευρά της η ΡΑΑΕΥ, αιτιολογώντας την απόφαση της, αντικρούει τη θέση του ΔΕΔΔΗΕ, παραθέτοντας σειρά διαδοχικών ενεργειών στις οποίες προέβη για την ενημέρωση του Διαχειριστή, σημειώνοντας ότι ο προσφεύγων «είχε κληθεί πολλαπλώς από την Αρχή να εκθέσει στο πλαίσιο των αναφορών τα πραγματικά περιστατικά που καταδείκνυαν την αλληλουχία των γεγονότων, ήτοι τις πράξεις και τις παραλείψεις του και να τοποθετηθεί επί των αιτιάσεων της Καταναλώτριας εναντίον του». Επιπλέον, η ΡΑΑΕΥ στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της «και μετά από εξέταση όλων των στοιχείων της υπόθεσης, έλαβε την πλήρως αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη Απόφασή της, κατά της οποίας στρέφεται αβάσιμα ο Αιτών την αναθεώρησή της Διαχειριστής», υπογραμμίζεται στην απόφαση.

Ως προς την τέλεση ή μη ρευματοκλοπής, η ΡΑΑΕΥ υπογραμμίζει ότι κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης εξετάστηκε εάν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται η νομιμότητα των ενεργειών και η δυνατότητα τεκμηρίωσης των ποσών που καταλογίζονται προς πληρωμή. «Επομένως, οι κρίσεις της Αρχής επί των σχετικών στοιχείων που αναφέρονται στην προσβαλλομένη αφορούν την καταλληλότητα και επάρκειά τους ως αποδείξεων των ευρημάτων της εξεταζόμενης υπόθεσης και φυσικά στηρίχθηκαν στα αποδεικτικά στοιχεία, υπό τη μορφή και τον τύπο που προσκομίστηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης», προστίθεται σχετικά.

Να σημειωθεί τέλος ότι, αναφορικά με το ύψος του προστίμου η Ρυθμιστική Αρχή διευκρίνισε ότι «προσέδωσε τη δέουσα σημασία και εξέτασε τη βαρύτητα της παράβασης, την ενδεχόμενη υποτροπή του διοικουμένου και τις συνθήκες τέλεσης της πράξης». Η Αρχή έλαβε ακόμα υπόψη για την επιλογή του είδους και του ύψους της διοικητικής κύρωσης όλα τα κριτήρια που περιλαμβάνονται στο κανονιστικό πλαίσιο, βάσει των οποίων η ΡΑΑΕΥ δύναται να επιλέγει το είδος και να καθορίζει το ύψος της προσήκουσας στην κάθε περίπτωση διοικητικής κύρωσης και τα οποία «αιτιολόγησε επαρκώς και εμπεριστατωμένα, τεκμηριώνοντας πλήρως τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης».

Αρχειοθήκη ιστολογίου