Στάθης Ασπιώτης - energyin.gr
Η Δυτική Μακεδονία βρίσκεται μπροστά στη μεγαλύτερη μεταμόρφωση της σύγχρονης ιστορίας της. Η εποχή κατά την οποία η οικονομία της περιοχής στηριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στον λιγνίτη δίνει τη θέση της σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, όπου η καθαρή ενέργεια, οι ψηφιακές υποδομές και οι τεχνολογίες αιχμής συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο επενδυτικό οικοσύστημα. Στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται το στρατηγικό επενδυτικό πρόγραμμα της ΔΕΗ, συνολικού ύψους 5,75 δισ. ευρώ, που συνδυάζει ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές με στόχο να μετατρέψει την περιοχή σε έναν από τους σημαντικότερους πράσινους και τεχνολογικούς κόμβους της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η αφετηρία αυτής της αλλαγής είναι οικονομική αλλά και περιβαλλοντική. Η ηλεκτροπαραγωγή από λιγνίτη έχει πλέον καταστεί μη ανταγωνιστική εξαιτίας του υψηλού κόστους των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο το κόστος των ρύπων για την Πτολεμαΐδα V φθάνει περίπου τα 92 ευρώ ανά μεγαβατώρα, καθιστώντας αδύνατη τη μακροχρόνια λειτουργία της ως λιγνιτικής μονάδας.
Το μεγαλύτερο έργο είναι το mega data center
Κορυφαία επένδυση του σχεδίου αποτελεί η δημιουργία ενός mega data center ισχύος 300 MW στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου Κοζάνης, με δυνατότητα επέκτασης στο 1 GW εφόσον εξασφαλιστούν οι απαραίτητες εμπορικές συμφωνίες με μεγάλους διεθνείς παρόχους υπηρεσιών cloud.
Η πρώτη φάση του έργου υπολογίζεται σε περίπου 3,5 δισ. ευρώ. Από αυτά, η ΔΕΗ εκτιμάται ότι θα συμμετάσχει με ίδια κεφάλαια περίπου 1,2 δισ. ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό, περίπου 2,3 δισ. ευρώ, θα συνδεθεί με τη συμμετοχή στρατηγικών εταίρων και τη συνολική χρηματοδοτική δομή της επένδυσης. Η εταιρεία βρίσκεται ήδη σε διαβουλεύσεις με τους μεγαλύτερους hyperscalers παγκοσμίως, μεταξύ των οποίων οι Google, Microsoft, AWS και Meta. Η συμμετοχή τους δεν αφορά μόνο τη χρηματοδότηση αλλά και τη δέσμευση υπολογιστικής ισχύος, στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει στη δεύτερη φάση του έργου, με επέκταση στα 1.000 MW και συνολικές επενδύσεις που δυνητικά θα υπερβούν τα 10 δισ. ευρώ.
Η κατασκευή του data center προγραμματίζεται να ξεκινήσει εντός του 2026 και η πρώτη φάση εκτιμάται ότι μπορεί να ολοκληρωθεί περίπου δύο χρόνια αργότερα. Το έργο στοχεύει στην εξυπηρέτηση εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και υπηρεσιών cloud, δημιουργώντας παράλληλα χιλιάδες θέσεις εργασίας τόσο στην κατασκευή όσο και στη λειτουργία του, κυρίως για εξειδικευμένο προσωπικό στους τομείς της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών, της ενέργειας και των κατασκευών.
Η ενέργεια θα τροφοδοτεί τις ψηφιακές υποδομές
Το data center δεν αποτελεί μεμονωμένη επένδυση. Υποστηρίζεται από ένα ολοκληρωμένο ενεργειακό σύστημα που περιλαμβάνει φωτοβολταϊκά πάρκα συνολικής ισχύος 2,13 GW, μεγάλα έργα αποθήκευσης ενέργειας και αντλησιοταμίευσης, καθώς και νέες υποδομές δικτύων και τηλεπικοινωνιών.
Η φιλοσοφία του σχεδίου είναι ότι η καθαρή ηλεκτρική ενέργεια που θα παράγεται στη Δυτική Μακεδονία θα τροφοδοτεί τις ενεργοβόρες ψηφιακές υποδομές, δημιουργώντας ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης υψηλής προστιθέμενης αξίας που αντικαθιστά σταδιακά τη λιγνιτική οικονομία.
Νέος ρόλος για την Πτολεμαΐδα V
Στο νέο ενεργειακό τοπίο εντάσσεται και η Πτολεμαΐδα V. Η μονάδα θα μετατραπεί από λιγνιτική σε μονάδα φυσικού αερίου συνδυασμένου κύκλου, η οποία θα είναι παράλληλα hydrogen-ready, δηλαδή σχεδιασμένη ώστε να μπορεί στο μέλλον να χρησιμοποιεί και πράσινο υδρογόνο.
Ο σχεδιασμός προβλέπει λειτουργία ως μονάδα ανοικτού κύκλου στις αρχές του 2028 και πλήρη λειτουργία ως μονάδα συνδυασμένου κύκλου το 2029. Με τον τρόπο αυτό διατηρείται σε αξιοποίηση μια σύγχρονη ενεργειακή υποδομή, εξασφαλίζεται η απαιτούμενη ευελιξία για το ηλεκτρικό σύστημα και διατηρείται σημαντικό μέρος του εξειδικευμένου προσωπικού της περιοχής.
Υδρογόνο, ΣΗΘΥΑ και τηλεθέρμανση
Παράλληλα, μέσω της Hellenic Hydrogen προωθείται στο Αμύνταιο η πρώτη βιομηχανικής κλίμακας μονάδα παραγωγής πράσινου υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές, η οποία θα υποστηρίζει σταδιακά τις νέες ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη διασφάλιση της τηλεθέρμανσης. Η ΔΕΗ αναπτύσσει νέα μονάδα Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ), επίσης σχεδιασμένη ως hydrogen-ready, η οποία αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία στο τέλος του 2026, εξασφαλίζοντας βιώσιμη και οικονομική τηλεθέρμανση για τις πόλεις της Δυτικής Μακεδονίας μετά την απολιγνιτοποίηση.
Νέα ζωή για τις παλιές ενεργειακές υποδομές
Το σχέδιο δεν προβλέπει μόνο νέες κατασκευές αλλά και αξιοποίηση υφιστάμενων εγκαταστάσεων. Οι γεννήτριες του ΑΗΣ Καρδιάς θα μετατραπούν σε σύγχρονους πυκνωτές, συμβάλλοντας στην ευστάθεια του δικτύου υπερυψηλής τάσης και στην ασφαλή ενσωμάτωση της αυξανόμενης παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Περιβαλλοντική αποκατάσταση και ορθολογική χρήση των πόρων
Η μετάβαση συνοδεύεται από εκτεταμένο πρόγραμμα αποκατάστασης των πρώην λιγνιτωρυχείων. Ήδη έχουν αποκατασταθεί περισσότερα από 80.000 στρέμματα, ενώ περίπου 55.000 στρέμματα παραχωρούνται σταδιακά στο Δημόσιο μέσω της ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΑΕ, ώστε να αξιοποιηθούν για νέες παραγωγικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, το νέο παραγωγικό μοντέλο περιορίζει δραστικά τις ανάγκες σε νερό. Ενώ οι παλαιοί ατμοηλεκτρικοί σταθμοί του λεκανοπεδίου είχαν αδειοδοτημένη κατανάλωση περίπου 70 εκατ. κυβικών μέτρων ετησίως, το νέο mega data center εκτιμάται ότι θα απαιτεί λιγότερα από 400.000 κυβικά μέτρα τον χρόνο, δηλαδή μόλις το 0,6% της προηγούμενης κατανάλωσης. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω κλειστού κυκλώματος ψύξης, όπου το νερό ανακυκλώνεται και συμπληρώνεται μόνο σε ακραίες καιρικές συνθήκες.
Ένα νέο παραγωγικό μοντέλο
Το σχέδιο των 5,75 δισ. ευρώ σηματοδοτεί μια συνολική αναδιάρθρωση της οικονομίας της Δυτικής Μακεδονίας. Η περιοχή παύει να βασίζεται αποκλειστικά στην εξόρυξη και καύση λιγνίτη και μετατρέπεται σε κέντρο παραγωγής καθαρής ενέργειας, αποθήκευσης, ψηφιακών υποδομών, τεχνητής νοημοσύνης και νέων ενεργειακών τεχνολογιών.
Η επιτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από την προσέλκυση των διεθνών στρατηγικών εταίρων, την υλοποίηση των μεγάλων ενεργειακών έργων και την αξιοποίηση του εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της περιοχής. Αν το σχέδιο προχωρήσει σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η Δυτική Μακεδονία θα αλλάξει ριζικά παραγωγικό προσανατολισμό, αποκτώντας έναν νέο ρόλο στον ευρωπαϊκό ενεργειακό και ψηφιακό χάρτη.
