ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ - www.energymag.gr
Έντονη δημόσια συζήτηση έχει προκαλέσει η νέα έκθεση του The Green Tank για τη λιανική αγορά ηλεκτρισμού, με τον υφυπουργό Ενέργειας Νίκο Τσάφο σε ανάρτησή του στο Linkedin να αμφισβητεί ανοιχτά τη βασική μεθοδολογική προσέγγιση της μελέτης και να κάνει λόγο για «λογιστικό λάθος» που οδηγεί – όπως υποστηρίζει – σε παραπλανητικά συμπεράσματα για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα.
Η έκθεση του Green Tank, με τίτλο «Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας», καταγράφει ότι η Ελλάδα ήταν το 2025 η ακριβότερη χώρα της ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων με βάση την αγοραστική δύναμη και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές. Παράλληλα, σημειώνει ότι τα «πράσινα» τιμολόγια παραμένουν σημαντικά ακριβότερα από τα «κίτρινα» και «μπλε», ενώ η κυριαρχία τους στην αγορά επιβάρυνε – σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οργάνωσης – τους καταναλωτές κατά 1,23 δισ. ευρώ την περίοδο 2024-2025.
Η παρέμβαση Τσάφου ήρθε ως απάντηση στη δημόσια αναπαραγωγή αυτών των στοιχείων. Ο υφυπουργός αναγνωρίζει μεν τη σοβαρότητα και τη συμβολή του Green Tank στον δημόσιο διάλογο, ωστόσο επιμένει ότι η ανάλυση «συγκρίνει ανόμοια πράγματα».
Η κυβερνητική ένσταση: «Το πρόβλημα είναι λογιστικό»
Σύμφωνα με τον Νίκο Τσάφο, η βασική παρανόηση προκύπτει από τον τρόπο με τον οποίο η Eurostat ταξινομεί τις επιμέρους χρεώσεις ηλεκτρισμού στα κράτη-μέλη.
Όπως εξηγεί, στην Ελλάδα το λεγόμενο «ανταγωνιστικό σκέλος» δεν περιλαμβάνει μόνο το καθαρό κόστος προμήθειας ενέργειας, αλλά και τις απώλειες συστήματος και δικτύου, τις χρεώσεις για εφεδρείες και ευστάθεια συστήματος, υπηρεσίες εξισορρόπησης και λοιπά λειτουργικά κόστη.
Σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όμως, τα ίδια αυτά κόστη εμφανίζονται στις «χρεώσεις δικτύου» και όχι στην κατηγορία «ενέργεια και προμήθεια».
Με βάση αυτή τη λογική, ο υφυπουργός υποστηρίζει ότι η Ελλάδα εμφανίζεται τεχνητά ακριβή στο ανταγωνιστικό σκέλος, αλλά εξαιρετικά φθηνή στις χρεώσεις δικτύου — κάτι που, όπως σημειώνει, αποδεικνύεται και από τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat, όπου η χώρα καταγράφει τις χαμηλότερες δικτυακές χρεώσεις στην Ευρώπη.
«Είμαστε πολύ ψηλά στη μία στήλη και πολύ χαμηλά στην άλλη στήλη. Το θέμα είναι λογιστικό και όχι ενεργειακό», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η ανάρτηση
Παρακολουθώ με ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει προκύψει από τη μελέτη του Green Tank με τίτλο «Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας».
Το βασικό εύρημα της ανάλυσης – τουλάχιστον αυτό που αναπαράγουν τα μέσα – είναι το εξής: «Η λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας παραμένει διαχρονικά από τις ακριβότερες στην ΕΕ-27 σε ό,τι αφορά το ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων που καθορίζεται από τους παρόχους».
Το Green Tank είναι σοβαρότατο ινστιτούτο και πάντα συμβάλει ουσιαστικά στο δημόσιο διάλογο. Στην συγκεκριμένη ανάλυση, όμως, εμπίπτει σε ένα «λογιστικό» λάθος. Να εξηγήσω.
Η ανάλυση βασίζεται στα στοιχεία της Eurostat (nrg_pc_204_c). Αναπαράγω για ευκολία τον σχετικό πίνακα. Το Green Tank εστιάζει στο λεγόμενο «ανταγωνιστικό σκέλος» – αυτό που στον πίνακα αναγράφεται ως «ενέργεια και προμήθεια» – και συμπεραίνει, σωστά, ότι το €161 για την Ελλάδα είναι ένα από τα ψηλότερα νούμερα στην Ευρώπη. Μέχρι εδώ καλά.
Το πρόβλημα προκύπτει από την σύγκριση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στην Ελλάδα, το «ανταγωνιστικό σκέλος» δεν είναι απλά το «ανταγωνιστικό σκέλος» καθαυτό. Περιέχει (α) τις απώλειες του συστήματος και του δικτύου, και (β) όλα τα κόστη για την σταθεροποίηση του συστήματος (εφεδρείες και λοιπές υπηρεσίες).
Σε άλλες χώρες, αυτά τα κόστη συχνά συμπεριλαμβάνονται στις χρεώσεις δικτύου – αυτό άλλωστε φαίνεται και από τον πίνακα: η Ελλάδα έχει τις χαμηλότερες χρεώσεις δικτύου σε όλη την Ευρώπη (€33) και υπάρχουν χώρες με χρεώσεις δικτύου που είναι διπλάσιες και τριπλάσιες από αυτές που έχει η χώρα μας.
Συνεπώς το συμπέρασμα «η Ελλάδα πληρώνει πολύ ακριβά την ενέργεια» προέρχεται από μια παρερμηνεία των αριθμών. Υπάρχουν κόστη που εμείς βάζουμε στην στήλη «ενέργεια και προμήθεια» ενώ άλλες χώρες τα βάζουν στις «χρεώσεις δικτύου». Είμαστε πολύ ψηλά στη μία στήλη και πολύ χαμηλά στην άλλη στήλη. Το θέμα είναι λογιστικό και όχι ενεργειακό.
Στο ίδιο πρόβλημα εμπίπτει και η σύγκριση που κάνει το Green Tank μεταξύ χονδρικής και λιανικής. Για να πάει κάποιος από τη χονδρική στη λιανική πρέπει να προσθέσει (α) τους λογαριασμούς προσαυξήσεων (απώλειες, εφεδρείες, ευστάθεια συστήματος), (β) τις απώλειες στο δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ και (γ) το περιθώριο των εταιρειών προμήθειας.
Όταν υπολογίζει κανείς όλα τα κόστη στο σύνολο τους, το φαινομενικό «χάσμα» μεταξύ χονδρικής και λιανικής περιορίζεται σημαντικά, και άρα η κερδοφορία που παραμένει είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτή που φαίνεται εκ πρώτης όψεως στα γραφήματα της ανάλυσης του Green Tank.
Να κλείσω με το αυτονόητο: τον καταναλωτή τον ενδιαφέρει η τελική τιμή και όχι σε ποια κατηγορία μπαίνουν τα επιμέρους κόστη – και στην τελική τιμή η χώρα μας είναι η 10η φθηνότερη της ΕΕ και 19% κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο για το 2025.

The Green Tank: Το τελικό κόστος παραμένει υψηλό
Υπενθυμίζεται σύμφωνα με τη νέα μελέτη του The Green Tank με τίτλο “Τάσεις στη λιανική αγορά ηλεκτρισμού της Ελλάδας”, η οποία αναλύει την πορεία της αγοράς κατά τη διετία 2024-2025 που βασίστηκε σε στοιχεία της ΡΑΑΕΥ και της Eurostat. ότι πό τις ακριβότερες αγορές ηλεκτρισμού στην Ευρώπη παραμένει η Ελλάδα. Η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χώρα μας ήταν το 2025 η ακριβότερη στην ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων με βάση την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές.
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι βασικοί λόγοι που διατηρούν υψηλά τις τιμές λιανικής είναι τέσσερις: η μεγάλη εξάρτηση του ηλεκτρικού συστήματος από το φυσικό αέριο, η στενή σύνδεση λιανικής και χονδρεμπορικής αγοράς, η περιορισμένη κινητικότητα των καταναλωτών μεταξύ παρόχων και τιμολογίων, αλλά και η υψηλή συγκέντρωση της αγοράς γύρω από έναν κυρίαρχο παίκτη. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι τιμές λιανικής εμφανίζουν ισχυρή συσχέτιση με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς, οι οποίες διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα λόγω της αυξημένης ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτό αέριο.
Μάλιστα, η ανάλυση καταγράφει ότι ο συντελεστής συσχέτισης μεταξύ των πράσινων τιμολογίων και της χονδρεμπορικής αγοράς ανήλθε στο 0,63, γεγονός που, όπως σημειώνει το The Green Tank, αποδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του μίγματος ηλεκτροπαραγωγής στη διαμόρφωση των τιμών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ρόλο των πράσινων τιμολογίων, τα οποία, παρά το γεγονός ότι ήταν σημαντικά ακριβότερα, συνέχισαν να κυριαρχούν στην αγορά. Η έκθεση δείχνει ότι τα πράσινα τιμολόγια ήταν κατά μέσο όρο 13,3% ακριβότερα από τα μπλε και 27,3% ακριβότερα από τα κίτρινα, τα οποία αναδείχθηκαν στη φθηνότερη επιλογή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διετίας.
Ουσιαστικά το The Green Tank αναφέρει ότι το πραγματικό οικονομικό βάρος για τα νοικοκυριά παραμένει υψηλό και η ελληνική αγορά χαρακτηρίζεται από δομικές στρεβλώσεις.
Όπως σημειώνει η Ελλάδα ήταν το 2025 η ακριβότερη χώρα της ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων λιανικής με βάση την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές. Την ίδια στιγμή, τα ακριβότερα πράσινα τιμολόγια συνεχίζουν να κυριαρχούν στην αγορά παρά τις υψηλές τιμές τους, ενώ η αυξημένη χρήση ορυκτού αερίου διατήρησε σε υψηλά επίπεδα τόσο τις τιμές της χονδρεμπορικής όσο και της λιανικής αγοράς.
Τα κυριότερα ευρήματα συνοψίζονται ως εξής:
- Η Ελλάδα συγκαταλέγεται διαχρονικά ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της ΕΕ-27 στο ανταγωνιστικό σκέλος των τιμολογίων ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2025 ήταν η ακριβότερη χώρα με βάση την αγοραστική δύναμη και η τρίτη ακριβότερη σε ονομαστικές τιμές.
- Τα πράσινα τιμολόγια ήταν κατά μέσο όρο 13.3% ακριβότερα από τα μπλε και 27.3% από τα κίτρινα τα οποία ήταν η φθηνότερη επιλογή σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της διετίας.
- Αν όλοι οι καταναλωτές με πράσινα τιμολόγια επέλεγαν κάθε μήνα το φθηνότερο κίτρινο τιμολόγιο, θα μείωναν αθροιστικά για τη διετία 2024-2025, τις δαπάνες τους για ηλεκτρική ενέργεια κατά € 1.23 δισεκ.
- Παρά το υψηλότερο κόστος τους, τα πράσινα τιμολόγια διατηρούν το υψηλότερο μερίδιο των οικιακών μετρητών (58% στο τέλος του 2025), αν και η τάση είναι πτωτική.
- Ωστόσο, οι καταναλωτές που εγκαταλείπουν τα πράσινα τιμολόγια προτιμούν, αντί των φθηνότερων κίτρινων, τα ακριβότερα μπλε, με αποτέλεσμα το μερίδιο των μπλε σχεδόν να τετραπλασιαστεί μεταξύ Αυγούστου 2024 (7.7%) και Δεκεμβρίου 2025 (27.8%).
- Η λιανική αγορά χαρακτηρίζεται από πολύ υψηλή συγκέντρωση, με έναν κυρίαρχο πάροχο που διατηρεί σταθερά περίπου το 70% των οικιακών μετρητών.
- Οι τιμές της λιανικής εμφανίζουν ισχυρή συσχέτιση με τις τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς, οι οποίες διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα λόγω της αυξημένης ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτό αέριο.
- Το δεύτερο μισό του 2025 διευρύνθηκε σημαντικά η διαφορά μεταξύ χονδρεμπορικής και λιανικής αγοράς, αντικατοπτρίζοντας τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους για τους προμηθευτές και το αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές.
- Οι κυβερνητικές παρεμβάσεις που έγιναν κατά τη διετία 2024-2025 είχαν περιορισμένη επιτυχία ως προς τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά.
Η έκθεση προτείνει, μεταξύ άλλων, τον περιορισμό της χρήσης ορυκτού αερίου και την ταχύτερη ανάπτυξη αποθήκευσης και ΑΠΕ, την εντατικοποίηση των ελέγχων στη λειτουργία της λιανικής αγοράς, την ανάπτυξη ανταγωνιστικών διζωνικών και δυναμικών τιμολογίων, την επιτάχυνση της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών, καθώς και μια ευρείας κλίμακας εκστρατεία ενημέρωσης των καταναλωτών.
«Η λιανική αγορά ηλεκτρισμού στην Ελλάδα εξακολουθεί να επιβαρύνει υπέρμετρα τα νοικοκυριά, ενώ η ενεργειακή φτώχεια παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η ισχυρή εξάρτηση από το ορυκτό αέριο, η έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης των καταναλωτών, καθώς και η περιορισμένη κινητικότητα μεταξύ παρόχων και τιμολογίων, συντηρούν ένα ακριβό μοντέλο στη λιανική αγορά. Η ενίσχυση του ανταγωνισμού, η διαφάνεια και η ταχύτερη μετάβαση σε ένα σύστημα βασισμένο στις ΑΠΕ και την αποθήκευση μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, επικεφαλής αναλυτής πολιτικής του Green Tank.
